Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2007

Αναμνήσεις....

Σαν πήρε την μετάθεση για την Αθήνα-μαζί με το γαλόνι-ο άνδρας της κυρά-Πολυξένης μέτρησε πολλές φορές την φακή και το λάδι στο τσουκάλι μέχρι να καταφέρει να αγοράσει την αυλή.
Οχτώ χαμοκάμαρες ήταν,χτισμένες η μιά δίπλα στην άλλη,με λαμαρίνες,κόντρα πλακέ και χοντρά χαρτόνια,απο έναν γέρο τσιφούτη Οβριό.Σαν πέθανε ο γέρος,η κόρη του το ξεφορτώθηκε στον νωματάρχη για λίγα μεταπολεμικά εκατομμύρια.
Η Πολυξένη μάλλον ήταν γεννημένη ξενοδόχα.Χώρισε την αυλή σε τετράγωνα με τούβλινα παρτέρια,και μέτρησε κι αυτή τα φασόλια στο πιάτο μέχρι που κατάφερε με την οικονομία της και διόρθωσε τις χαμοκάμαρες.Εχτισαν κι ενα μικρό σπιτάκι γι αυτούς στα δεξιά της αυλής.
Αφράτεψε με κοπριά το χώμα κι έσπειρε στα παρτέρια άσπρα κρίνα της Παναγιάς,κατηφέδες και γαριφαλιές.
Μόνη της ασβέστωσε τις κάμαρες,ντυμένη με την παλιά της λουλουδάτη ρόμπα,τραγουδώντας τραγούδια της Σοφίας Βέμπο πασαλειμμένη με τον ασβέστη.Καρδιά μπαξέ είχε αυτή η άξια γυναίκα.Και μ'αυτήν την ίδια θέρμη και καλοσύνη φρόντισε το καμαράκι της Χριστίνας όταν πήρε το τηλεγράφημα.
Σαν την είδε με το μικρό της βαλιτσάκι να στέκεται στην αυλόπορτα,έτρεξε και την αγκάλιασε και το πλαινό χρυσό της δόντι άστραψε στον ήλιο μέσα στο ζεστό της χαμόγελο.
-Ελα κόρη μου.Ελα να ξεκουραστεις και να μου πεις τα μαντάτα απο το χωριό.
Την τράταρε καφέ,βαρύ-γλυκό,και κεράσι γλυκό του κουταλιού καθώς την πυρπολούσε με ερωτήσεις.
Η Χριστίνα καθόταν σφιγμένη και με δυσκολία της έβγαιναν οι λέξεις.Τόπιασε η Πολυξένη το σφίξιμο του κοριτσιού.Την άγγιξε απαλά στους ώμους και της χαμογέλασε με αγάπη.
-Μην ανησυχείς κόρη μου.Ολοι ζούμε αδελφικά εδώ στην αυλή,όπως είναι και στο χωριό μας.Θα τους αγαπήσεις και θα σε αγαπήσουν.Θα δείς....Ελα τώρα να σου δείξω την φωλιά σου περιστέρα μου.
Η Χριστίνα αφέθηκε να την οδηγήσει στο καμαράκι δαγκώνοντας το χείλη της για να μή κλάψει.
Σαν μπήκε μέσα,έριξε ενα γύρω τα μάτια της στον καινούριο κόσμο που της έμελλε να ζήσει και η μικρή της καρδούλα έσπασε πια απο την πίκρα αλλά και την φροντίδα που ένοιωσε απο την παλιά φιλενάδα την μάνας της.Και πιάτα και ποτήρια και καμινέτο,σεντόνια και εκείνο το πλεχτό κουρτινάκι στο παράθυρο.Οι κουρελούδες στο πάτωμα κι εκείνος ο πλατύφυλλος στο πήλινο γλαστράκι πάνω στο περβάζι.Για όλα μερίμνησε η καλή γυναίκα.
Χώθηκε στην αγκαλιά της Πολυξένης και έκλαψε με εκείνα τα μαύρα δάκρυα της απόγνωσης που ήταν η μοναδική της συντροφιά σ'όλα τα χρόνια της ορφάνιας της.
Ζαλίστηκε η Πολυξένη από το μαράζι που έσταξε η καρδιά του κοριτσιού μέσα στην αγκαλιά της.
-Μην μου κλαίς κοκόνα μου.Ολα θα πάνε κατ'ευχή θεού....

>>Σαν πέθανε ο νωματάρχης μετά απο χρόνια,η Πολυξένη μάζεψε τις λουλουδάτες ρόμπες το πορσελάνινο σερβίτσιο του τσαγιού,πούλησε την αυλή σε πολύ καλή τιμή σ'εναν εργολάβο,και γύρισε στο χωριό με περιουσία να τρώνε και τα δισέγγονα της,Αλλά δεν έκανε ποτέ παιδιά η κακομοίρα.Μετέτρεψε το πέτρινο πατρικό της σπίτι σε πανσιόν,αντικατέστησε το χρυσό δόντι με ακρυλικό,έβαψε το μαλλί σε απόχρωση ακαζού και δήλωσε πως την λένε Ξένια.Κρέμασε και το κάδρο του νωματάρχη σε περίοπτη θέση στην πανσιόν και αφοσιώθηκε στην ανάγνωση ερωτικών ρομάντζων και ανώνυμων αγαθοεργιών με συνένοχο τον παπα-Φώτη.
Την Χριστίνα την ξαναείδε μετά από πολλά χρόνια στην κηδεία της κυρα-Μαρίας.<<

...Σαν απόκαμε απο το κλάμα η Χριστίνα τακτοποίησε τα λιγοστά της υπάρχοντα πλύθηκε,και φόρεσε το καθαρό καρώ φορεματάκι από φτηνή ποπλίνα.Χάιδεψε τον βασιλικό στο περβάζι μπροστά στο ανοιχτό παραθύρι της και αναστέναξε.
"Πρέπει να βρείς δουλειά Χριστίνα!Μέχρι τον Σεπτέμβριο που θα δώσεις εξετάσεις στην Ακαδημία είναι κοντά τρεις μήνες.Κάτι πρέπει να κάνεις για να αλαφρώσεις την μάνα..
Κάποιες χαρούμενες φωνές και πόρτες που ανοιγίκλειναν έκοψαν τους συλλογισμούς της.
Καθώς το σούρουπο έπεφτε άρχισαν να επιστρέφουν από τις δουλειές τους οι κάτοικοι της αυλής.
Η Πολυξένη παράτησε το ποτιστήρι στο παρτέρι με τις μολόχες και της φώναξε γεμάτη χαρά.-Βγες εξω Χριστινάκι μου,έλα να γνωρίσεις τους νοικάρηδες μου.Είναι καλοί άνθρωποι.
Σιγά σιγα έβγαλαν όλοι τα τραπέζια τους στην αυλή για το βραδινό φαγητό.Η Χριστίνα καθόταν ανάμεσα στον νωματάρχη και την Πολυξένη και χώνευε ένα πελώριο κομμάτι πεντανόστιμου μουσακά όταν άρχισαν τα καλωσορίσματα απο τους συγκάτοικους.
Πρώτοι της έσφιξαν το χέρι η Νίκη και ο Γιώργης.Νιόπαντροι απο κάποιο νησί του Ιονίου.Εκείνος δούλευε αχθοφόρος στο λιμάνι του Πειραιά κι εκείνη στους λαχανόκηπους πέρα απο την Κηφισιά.Εφευγαν για την δουλειά πριν ακόμα φέξει.Φτώχεια και ανέχεια το μερτικό στην ζωή τους αλλά εκείνοι χόρταιναν με την αγάπη που είχε ο ενας για τον άλλον.
Κι ύστερα ήρθε ο κυρ-Νάσος ο Σμυρνιός,κλητήρας σε μια τράπεζα δούλευε,σκυφτός,όχι τόσο απο γεράματα αλλά από τις συμφορές του ξεριζωμού.Εχασε γυναίκα και παιδιά εκεί στην πατρίδα του και ζούσε μαγκούφης στην αυλή.Της έκανε μια ζεστή χειραψία κλείνοντας το χεράκι της στις δυό του παλάμες.Της φίλησε το χέρι και ψιθύρισε:Αυτό για να γλυκάνεις τους αποχωρισμούς.
Στην παλάμη της απόμεινε ένα σοκολατάκι τυλιγμένο σε ροζ γκοφρέ χαρτί....
Βούρκωσαν τα μάτια της"πόσος πόνος?"ανάλογίστηκε,αλλά και πόση αγάπη!

Τα δάκρυα έχασαν τον δρόμο τους στην αντήχηση του γέλιου της κυρά-Κατίνας.
-Ελα κόρη μου και μη μου σεκλετίζεσαι.Ελα φάε να γλυκαθείς και φύλαξε τα δάκρυα για τους νεκρούς.Κι εγώ θα σου πω αύριο το φλιτζάνι και θα φανερώσω τον πρίγκηπα που θα έρθει να σε πάρει καβάλα στο άσπρο άτι του.
Το κυδωνόπαστο τρεμούλιαζε στο πιάτο οργωμένο απο μύγδαλα.Ελαμπε στο λιγοστό φως και μαζί του έλαμπε και το χαμόγελο της κυρά-Κατίνας.
Της χαμογέλασε και την ευχαρίστησε για το τρατάρισμα η Χριστίνα.Τότε πρόσεξε τις δυο χρυσές βέρες περασμένες στον παράμεσο του δεξιού της χεριού.
Στα καπνομάγαζα δούλευε η χήρα και κάπνιζε σαν την τσιμινιέρα.Μαύρα και άγρια τα μάτια της,κίτρινα και αφυδατωμένα απο τον καπνό τα χέρια της αλλά γλυκιά σαν το κυδωνόπαστο η καρδιά της.Μόνη κιέρημη κι αυτή.Οταν πέθανε στην φυλακή ο αμετανόητος ο κομμουνιστής ο μπαρμπα-Γιάννης της,ο Τάκης δεν μπορούσε να βρεί δουλειά με το παρελθόν του πατέρα του να τον ακολουθεί.Εφυγε στην Αυστραλία και σκοτώθηκε σε εργατικό ατύχημα την ίδια μέρα που έστειλε τα εισιτήρια για να πάει η μάνα του,η Κατίνα να ζήσει μαζί του.
Η Θάλεια και ο Λλέκος ζούσαν στριμωγμένοι σε δύο κάμαρες με την Ολγα την μάνα του Αλέκου.Ηταν και οι δύο δικηγόροι που δούλευαν για πενταροδεκάρες στους μεγαλοκαρχαρίες που λυμαίνονταν την χώρα μετά τα γεγονότα του εμφυλίου.Η Ολγα-χήρα πολιτικού-φρόντιζε τα δίδυμα εγγόνια της με την βοήθεια της Πολυξένης που τα λάτρευε,καθώς δεν είχε δικά της παιδιά,αλλά και έριχνε μερικές παντοφλιές στα οπίσθια τους αν στεναχωρούσαν την γιαγιά-Ολγα.Κάθε πρωί πίνανε μαζί το καφεδάκι τους και εξιστορούσαν τις αναμνήσεις τους.Η Πολυξένη για το χωριό και τον έρωτα με τον νωματάρχη και η Ολγα για τις δεξιώσεις και τα ταξίδια με τον πατέρα της τον πρέσβη, κι αργότερα με τον υπουργό συζυγο της.
Οταν η Θάλεια καλωσόρισε την Χριστίνα απίθωσε ένα πακέτο στα χέρια της τυλιγμένο με χασαπόχαρτο.
-Η πεθερά μου στο στέλνει γιατί η αρθρίτιδα της την έριξε πάλι στο κρεβάτι και δεν μπορεί να σε καλωσορίσει-
Με τρεμάμενα χέρια το άνοιξε και ξεπρόβαλε ένα κουτί απο τριανταφυλόξυλο,ντυμένο με κόκκινο βελούδο.Ενας μικρός καθρέφτης φώλιαζε στο καπάκι του,ένα ατσάλινο κουρντηστήρι και...ενα σημείωμα γραμμένο σε λίγο χαρτί απο μαθητικό τετράδιο.Διάβασε το γραφόμενο και έκλεισε τα μάτια καθώς χόρδιζε το κουρντηστήρι.
Μέσα από τις νότες της Φιρελίζ έκρυψε το σημείωμα στην τσέπη της και αγκάλιασε την Θάλεια."αυτός είναι ο κόσμος μου τώρα πια,σ΄αυτούς τους ανθρώπους πρέπει να ανταποδώσω την αγάπη που μου έδωσαν τώρα δα"μονολογούσε το μυαλό της.

Η ανταπόδοση άρχισε με τα δίδυμα απο την επόμενη μέρα.Εγιναν τα πρώτα παιδιά της μελλοντικής δασκάλας.Μέσα απο τον καιρό που κύλησε η Χριστίνα έδωσε την ψυχή της για όλους αυτούς τους ανθρώπους της αυλής.
Αλλά αυτά έγιναν πολλά χρόνια αργότερα....
Η νύχτα βούλιαξε στα μαύρα πέπλα της κι όλοι πήγαν για τον άγιο-ύπνο.Η Χριστίνα βοήθησε την Πολυξένη,έπλυνε τα πιάτα και ζήτησε την άδεια της να καθίσει λίγο ακόμα στην αυλή κάτω απο τον έναστρο καλοκαιρινό ουρανό.
"Να κάτσεις κόρη μου,να κάτσεις όσο τραβάει η ψυχούλα σου.Κανείς δεν θα σε πειράξει στην αυλή του νωματάρχη"
Ενοιωθε τους κροτάφους της να καίνε απο τις συγκινήσεις και τα δρώμενα της ημέρας.Σκέφτηκε πάλι την μάνα της και τρεμούλιασε η σάρκα της από την ένταση της σκέψης και της επιθυμίας."Θα γίνουν όλα μανούλα μου κατά πως τα ονειρεύτηκες,όλα θα γίνουν,δεν θα σε απογοητεύσω"Παραδομένη στα όνειρα για το μέλλον δεν άκουσε την βαριά αυλόπορτα ν'ανοίγει.Πρώτα μύρισε ένα απαλό άρωμα και μετά είδε την ψηλή αέρινη οπτασία να διασχίζει την αυλή.Δύο ήχοι απο γυναικεία ψιλοτάκουνα παπούτσια μπερδευότανε με την ηχώ τους.
"ονειρεύομαι"φώναξε η Χριστίνα.
"οχι-οχι,συγνώμη αν σε τρόμαξα"απολογήθηκε μια μπάσα ηδονική φωνή.
Ενα χέρι με μακρυά κόκκινα,βαμένα νύχια απλώθηκε μπροστά της.Κουδούνισαν τα ασημένια βραχιόλια δεμένα με τυρκουάζ πέτρες και κοράλλια.
-Είμαι η Λενόρα,και μάλλον είσαι η Χριστίνα που περίμενε με τόση χαρά η Πολυξένη.
Η Χριστίνα ένοιωσε χαμένη.Της άπλωσε μηχανικά το χέρι και ψέλλισε ένα:ναι,η Χριστίνα είμαι.
Η νεράιδα έπιασε το χέρι της και κάθησε δίπλα της.Σκέπασε τα γόνατα της με την κλος άσπρη φούστα ραμμένη απο φίνα ακριβή μουσελίνα.Ανοιξε το πορτ-φέιγ της και έβγαλε ένα πακέτο με τσιγάρα.Αναψε το λεπτό Γαλλικό τσιγάρο και τα χρυσά μάτια της καρφώθηκαν στην Χριστίνα με μια λάμψη που μαρτυρούσε αγάπη και συμπόνια.
-Είναι αργά πήγαινε να ξεκουραστείς.
-Ναι,θα πάω..
Η αέρινη οπτασία σηκώθηκε.Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο βάθος της αυλής όπου κούρνιαζαν οι κάμαρες σαν άσπρα μικρά χαρτόκουτα τυλιγμένα με γιασεμιά και αγιόκλημα.
Την φίλησε στο μέτωπο και τράβηξε για την δική της κάμαρη.
-Εχουμε πολύ καιρό μπροστα μας Χριστίνα.Θα γνωριστούμε...

>>Στο όνειρο της Χριστίνας ήρθε η κυρά-Μαρία να γλυκάνει την μοναξιά.
-Κουράγιο παιδάκι μου.Μαζί σου θα είμαι πάντα.Εχε μου εμπιστοσύνη...
>>Στον εφιάλτη της Λενόρα ήρθε η Μαρτίν να σκουπίσει τα δάκρυα της διπλής ορφάνιας.
-Κουράγιο παιδάκι μου.Μαζί σου θα είμαι πάντα,και απο εδώ ψηλά που ζω τώρα.Εχε μου εμπιστοσύνη..
Στα μάτια των δυο κοριτσιών κυλούσε ταυτόχρονα ένα δάκρυ.
Μια θεά του Γαλαξία που έχασε τον δρόμο της έπεσε στην αυλή κατά λάθος,μύρισε τα δάκρυα απο τις δυο κάμαρες,αφουγκράστηκε τον ταραγμένο ύπνο των κοριτσιών και ακροπατώντας έξω απο τις κλειστές πόρτες έριξε το ξόρκι της χαράς και της ελπίδας.
Η Χριστίνα χαμογέλασε πρώτη.
Η Λενόρα την ακολούθησε....