Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2007

Αναμνήσεις....

Σαν πήρε την μετάθεση για την Αθήνα-μαζί με το γαλόνι-ο άνδρας της κυρά-Πολυξένης μέτρησε πολλές φορές την φακή και το λάδι στο τσουκάλι μέχρι να καταφέρει να αγοράσει την αυλή.
Οχτώ χαμοκάμαρες ήταν,χτισμένες η μιά δίπλα στην άλλη,με λαμαρίνες,κόντρα πλακέ και χοντρά χαρτόνια,απο έναν γέρο τσιφούτη Οβριό.Σαν πέθανε ο γέρος,η κόρη του το ξεφορτώθηκε στον νωματάρχη για λίγα μεταπολεμικά εκατομμύρια.
Η Πολυξένη μάλλον ήταν γεννημένη ξενοδόχα.Χώρισε την αυλή σε τετράγωνα με τούβλινα παρτέρια,και μέτρησε κι αυτή τα φασόλια στο πιάτο μέχρι που κατάφερε με την οικονομία της και διόρθωσε τις χαμοκάμαρες.Εχτισαν κι ενα μικρό σπιτάκι γι αυτούς στα δεξιά της αυλής.
Αφράτεψε με κοπριά το χώμα κι έσπειρε στα παρτέρια άσπρα κρίνα της Παναγιάς,κατηφέδες και γαριφαλιές.
Μόνη της ασβέστωσε τις κάμαρες,ντυμένη με την παλιά της λουλουδάτη ρόμπα,τραγουδώντας τραγούδια της Σοφίας Βέμπο πασαλειμμένη με τον ασβέστη.Καρδιά μπαξέ είχε αυτή η άξια γυναίκα.Και μ'αυτήν την ίδια θέρμη και καλοσύνη φρόντισε το καμαράκι της Χριστίνας όταν πήρε το τηλεγράφημα.
Σαν την είδε με το μικρό της βαλιτσάκι να στέκεται στην αυλόπορτα,έτρεξε και την αγκάλιασε και το πλαινό χρυσό της δόντι άστραψε στον ήλιο μέσα στο ζεστό της χαμόγελο.
-Ελα κόρη μου.Ελα να ξεκουραστεις και να μου πεις τα μαντάτα απο το χωριό.
Την τράταρε καφέ,βαρύ-γλυκό,και κεράσι γλυκό του κουταλιού καθώς την πυρπολούσε με ερωτήσεις.
Η Χριστίνα καθόταν σφιγμένη και με δυσκολία της έβγαιναν οι λέξεις.Τόπιασε η Πολυξένη το σφίξιμο του κοριτσιού.Την άγγιξε απαλά στους ώμους και της χαμογέλασε με αγάπη.
-Μην ανησυχείς κόρη μου.Ολοι ζούμε αδελφικά εδώ στην αυλή,όπως είναι και στο χωριό μας.Θα τους αγαπήσεις και θα σε αγαπήσουν.Θα δείς....Ελα τώρα να σου δείξω την φωλιά σου περιστέρα μου.
Η Χριστίνα αφέθηκε να την οδηγήσει στο καμαράκι δαγκώνοντας το χείλη της για να μή κλάψει.
Σαν μπήκε μέσα,έριξε ενα γύρω τα μάτια της στον καινούριο κόσμο που της έμελλε να ζήσει και η μικρή της καρδούλα έσπασε πια απο την πίκρα αλλά και την φροντίδα που ένοιωσε απο την παλιά φιλενάδα την μάνας της.Και πιάτα και ποτήρια και καμινέτο,σεντόνια και εκείνο το πλεχτό κουρτινάκι στο παράθυρο.Οι κουρελούδες στο πάτωμα κι εκείνος ο πλατύφυλλος στο πήλινο γλαστράκι πάνω στο περβάζι.Για όλα μερίμνησε η καλή γυναίκα.
Χώθηκε στην αγκαλιά της Πολυξένης και έκλαψε με εκείνα τα μαύρα δάκρυα της απόγνωσης που ήταν η μοναδική της συντροφιά σ'όλα τα χρόνια της ορφάνιας της.
Ζαλίστηκε η Πολυξένη από το μαράζι που έσταξε η καρδιά του κοριτσιού μέσα στην αγκαλιά της.
-Μην μου κλαίς κοκόνα μου.Ολα θα πάνε κατ'ευχή θεού....

>>Σαν πέθανε ο νωματάρχης μετά απο χρόνια,η Πολυξένη μάζεψε τις λουλουδάτες ρόμπες το πορσελάνινο σερβίτσιο του τσαγιού,πούλησε την αυλή σε πολύ καλή τιμή σ'εναν εργολάβο,και γύρισε στο χωριό με περιουσία να τρώνε και τα δισέγγονα της,Αλλά δεν έκανε ποτέ παιδιά η κακομοίρα.Μετέτρεψε το πέτρινο πατρικό της σπίτι σε πανσιόν,αντικατέστησε το χρυσό δόντι με ακρυλικό,έβαψε το μαλλί σε απόχρωση ακαζού και δήλωσε πως την λένε Ξένια.Κρέμασε και το κάδρο του νωματάρχη σε περίοπτη θέση στην πανσιόν και αφοσιώθηκε στην ανάγνωση ερωτικών ρομάντζων και ανώνυμων αγαθοεργιών με συνένοχο τον παπα-Φώτη.
Την Χριστίνα την ξαναείδε μετά από πολλά χρόνια στην κηδεία της κυρα-Μαρίας.<<

...Σαν απόκαμε απο το κλάμα η Χριστίνα τακτοποίησε τα λιγοστά της υπάρχοντα πλύθηκε,και φόρεσε το καθαρό καρώ φορεματάκι από φτηνή ποπλίνα.Χάιδεψε τον βασιλικό στο περβάζι μπροστά στο ανοιχτό παραθύρι της και αναστέναξε.
"Πρέπει να βρείς δουλειά Χριστίνα!Μέχρι τον Σεπτέμβριο που θα δώσεις εξετάσεις στην Ακαδημία είναι κοντά τρεις μήνες.Κάτι πρέπει να κάνεις για να αλαφρώσεις την μάνα..
Κάποιες χαρούμενες φωνές και πόρτες που ανοιγίκλειναν έκοψαν τους συλλογισμούς της.
Καθώς το σούρουπο έπεφτε άρχισαν να επιστρέφουν από τις δουλειές τους οι κάτοικοι της αυλής.
Η Πολυξένη παράτησε το ποτιστήρι στο παρτέρι με τις μολόχες και της φώναξε γεμάτη χαρά.-Βγες εξω Χριστινάκι μου,έλα να γνωρίσεις τους νοικάρηδες μου.Είναι καλοί άνθρωποι.
Σιγά σιγα έβγαλαν όλοι τα τραπέζια τους στην αυλή για το βραδινό φαγητό.Η Χριστίνα καθόταν ανάμεσα στον νωματάρχη και την Πολυξένη και χώνευε ένα πελώριο κομμάτι πεντανόστιμου μουσακά όταν άρχισαν τα καλωσορίσματα απο τους συγκάτοικους.
Πρώτοι της έσφιξαν το χέρι η Νίκη και ο Γιώργης.Νιόπαντροι απο κάποιο νησί του Ιονίου.Εκείνος δούλευε αχθοφόρος στο λιμάνι του Πειραιά κι εκείνη στους λαχανόκηπους πέρα απο την Κηφισιά.Εφευγαν για την δουλειά πριν ακόμα φέξει.Φτώχεια και ανέχεια το μερτικό στην ζωή τους αλλά εκείνοι χόρταιναν με την αγάπη που είχε ο ενας για τον άλλον.
Κι ύστερα ήρθε ο κυρ-Νάσος ο Σμυρνιός,κλητήρας σε μια τράπεζα δούλευε,σκυφτός,όχι τόσο απο γεράματα αλλά από τις συμφορές του ξεριζωμού.Εχασε γυναίκα και παιδιά εκεί στην πατρίδα του και ζούσε μαγκούφης στην αυλή.Της έκανε μια ζεστή χειραψία κλείνοντας το χεράκι της στις δυό του παλάμες.Της φίλησε το χέρι και ψιθύρισε:Αυτό για να γλυκάνεις τους αποχωρισμούς.
Στην παλάμη της απόμεινε ένα σοκολατάκι τυλιγμένο σε ροζ γκοφρέ χαρτί....
Βούρκωσαν τα μάτια της"πόσος πόνος?"ανάλογίστηκε,αλλά και πόση αγάπη!

Τα δάκρυα έχασαν τον δρόμο τους στην αντήχηση του γέλιου της κυρά-Κατίνας.
-Ελα κόρη μου και μη μου σεκλετίζεσαι.Ελα φάε να γλυκαθείς και φύλαξε τα δάκρυα για τους νεκρούς.Κι εγώ θα σου πω αύριο το φλιτζάνι και θα φανερώσω τον πρίγκηπα που θα έρθει να σε πάρει καβάλα στο άσπρο άτι του.
Το κυδωνόπαστο τρεμούλιαζε στο πιάτο οργωμένο απο μύγδαλα.Ελαμπε στο λιγοστό φως και μαζί του έλαμπε και το χαμόγελο της κυρά-Κατίνας.
Της χαμογέλασε και την ευχαρίστησε για το τρατάρισμα η Χριστίνα.Τότε πρόσεξε τις δυο χρυσές βέρες περασμένες στον παράμεσο του δεξιού της χεριού.
Στα καπνομάγαζα δούλευε η χήρα και κάπνιζε σαν την τσιμινιέρα.Μαύρα και άγρια τα μάτια της,κίτρινα και αφυδατωμένα απο τον καπνό τα χέρια της αλλά γλυκιά σαν το κυδωνόπαστο η καρδιά της.Μόνη κιέρημη κι αυτή.Οταν πέθανε στην φυλακή ο αμετανόητος ο κομμουνιστής ο μπαρμπα-Γιάννης της,ο Τάκης δεν μπορούσε να βρεί δουλειά με το παρελθόν του πατέρα του να τον ακολουθεί.Εφυγε στην Αυστραλία και σκοτώθηκε σε εργατικό ατύχημα την ίδια μέρα που έστειλε τα εισιτήρια για να πάει η μάνα του,η Κατίνα να ζήσει μαζί του.
Η Θάλεια και ο Λλέκος ζούσαν στριμωγμένοι σε δύο κάμαρες με την Ολγα την μάνα του Αλέκου.Ηταν και οι δύο δικηγόροι που δούλευαν για πενταροδεκάρες στους μεγαλοκαρχαρίες που λυμαίνονταν την χώρα μετά τα γεγονότα του εμφυλίου.Η Ολγα-χήρα πολιτικού-φρόντιζε τα δίδυμα εγγόνια της με την βοήθεια της Πολυξένης που τα λάτρευε,καθώς δεν είχε δικά της παιδιά,αλλά και έριχνε μερικές παντοφλιές στα οπίσθια τους αν στεναχωρούσαν την γιαγιά-Ολγα.Κάθε πρωί πίνανε μαζί το καφεδάκι τους και εξιστορούσαν τις αναμνήσεις τους.Η Πολυξένη για το χωριό και τον έρωτα με τον νωματάρχη και η Ολγα για τις δεξιώσεις και τα ταξίδια με τον πατέρα της τον πρέσβη, κι αργότερα με τον υπουργό συζυγο της.
Οταν η Θάλεια καλωσόρισε την Χριστίνα απίθωσε ένα πακέτο στα χέρια της τυλιγμένο με χασαπόχαρτο.
-Η πεθερά μου στο στέλνει γιατί η αρθρίτιδα της την έριξε πάλι στο κρεβάτι και δεν μπορεί να σε καλωσορίσει-
Με τρεμάμενα χέρια το άνοιξε και ξεπρόβαλε ένα κουτί απο τριανταφυλόξυλο,ντυμένο με κόκκινο βελούδο.Ενας μικρός καθρέφτης φώλιαζε στο καπάκι του,ένα ατσάλινο κουρντηστήρι και...ενα σημείωμα γραμμένο σε λίγο χαρτί απο μαθητικό τετράδιο.Διάβασε το γραφόμενο και έκλεισε τα μάτια καθώς χόρδιζε το κουρντηστήρι.
Μέσα από τις νότες της Φιρελίζ έκρυψε το σημείωμα στην τσέπη της και αγκάλιασε την Θάλεια."αυτός είναι ο κόσμος μου τώρα πια,σ΄αυτούς τους ανθρώπους πρέπει να ανταποδώσω την αγάπη που μου έδωσαν τώρα δα"μονολογούσε το μυαλό της.

Η ανταπόδοση άρχισε με τα δίδυμα απο την επόμενη μέρα.Εγιναν τα πρώτα παιδιά της μελλοντικής δασκάλας.Μέσα απο τον καιρό που κύλησε η Χριστίνα έδωσε την ψυχή της για όλους αυτούς τους ανθρώπους της αυλής.
Αλλά αυτά έγιναν πολλά χρόνια αργότερα....
Η νύχτα βούλιαξε στα μαύρα πέπλα της κι όλοι πήγαν για τον άγιο-ύπνο.Η Χριστίνα βοήθησε την Πολυξένη,έπλυνε τα πιάτα και ζήτησε την άδεια της να καθίσει λίγο ακόμα στην αυλή κάτω απο τον έναστρο καλοκαιρινό ουρανό.
"Να κάτσεις κόρη μου,να κάτσεις όσο τραβάει η ψυχούλα σου.Κανείς δεν θα σε πειράξει στην αυλή του νωματάρχη"
Ενοιωθε τους κροτάφους της να καίνε απο τις συγκινήσεις και τα δρώμενα της ημέρας.Σκέφτηκε πάλι την μάνα της και τρεμούλιασε η σάρκα της από την ένταση της σκέψης και της επιθυμίας."Θα γίνουν όλα μανούλα μου κατά πως τα ονειρεύτηκες,όλα θα γίνουν,δεν θα σε απογοητεύσω"Παραδομένη στα όνειρα για το μέλλον δεν άκουσε την βαριά αυλόπορτα ν'ανοίγει.Πρώτα μύρισε ένα απαλό άρωμα και μετά είδε την ψηλή αέρινη οπτασία να διασχίζει την αυλή.Δύο ήχοι απο γυναικεία ψιλοτάκουνα παπούτσια μπερδευότανε με την ηχώ τους.
"ονειρεύομαι"φώναξε η Χριστίνα.
"οχι-οχι,συγνώμη αν σε τρόμαξα"απολογήθηκε μια μπάσα ηδονική φωνή.
Ενα χέρι με μακρυά κόκκινα,βαμένα νύχια απλώθηκε μπροστά της.Κουδούνισαν τα ασημένια βραχιόλια δεμένα με τυρκουάζ πέτρες και κοράλλια.
-Είμαι η Λενόρα,και μάλλον είσαι η Χριστίνα που περίμενε με τόση χαρά η Πολυξένη.
Η Χριστίνα ένοιωσε χαμένη.Της άπλωσε μηχανικά το χέρι και ψέλλισε ένα:ναι,η Χριστίνα είμαι.
Η νεράιδα έπιασε το χέρι της και κάθησε δίπλα της.Σκέπασε τα γόνατα της με την κλος άσπρη φούστα ραμμένη απο φίνα ακριβή μουσελίνα.Ανοιξε το πορτ-φέιγ της και έβγαλε ένα πακέτο με τσιγάρα.Αναψε το λεπτό Γαλλικό τσιγάρο και τα χρυσά μάτια της καρφώθηκαν στην Χριστίνα με μια λάμψη που μαρτυρούσε αγάπη και συμπόνια.
-Είναι αργά πήγαινε να ξεκουραστείς.
-Ναι,θα πάω..
Η αέρινη οπτασία σηκώθηκε.Την πήρε από το χέρι και την οδήγησε στο βάθος της αυλής όπου κούρνιαζαν οι κάμαρες σαν άσπρα μικρά χαρτόκουτα τυλιγμένα με γιασεμιά και αγιόκλημα.
Την φίλησε στο μέτωπο και τράβηξε για την δική της κάμαρη.
-Εχουμε πολύ καιρό μπροστα μας Χριστίνα.Θα γνωριστούμε...

>>Στο όνειρο της Χριστίνας ήρθε η κυρά-Μαρία να γλυκάνει την μοναξιά.
-Κουράγιο παιδάκι μου.Μαζί σου θα είμαι πάντα.Εχε μου εμπιστοσύνη...
>>Στον εφιάλτη της Λενόρα ήρθε η Μαρτίν να σκουπίσει τα δάκρυα της διπλής ορφάνιας.
-Κουράγιο παιδάκι μου.Μαζί σου θα είμαι πάντα,και απο εδώ ψηλά που ζω τώρα.Εχε μου εμπιστοσύνη..
Στα μάτια των δυο κοριτσιών κυλούσε ταυτόχρονα ένα δάκρυ.
Μια θεά του Γαλαξία που έχασε τον δρόμο της έπεσε στην αυλή κατά λάθος,μύρισε τα δάκρυα απο τις δυο κάμαρες,αφουγκράστηκε τον ταραγμένο ύπνο των κοριτσιών και ακροπατώντας έξω απο τις κλειστές πόρτες έριξε το ξόρκι της χαράς και της ελπίδας.
Η Χριστίνα χαμογέλασε πρώτη.
Η Λενόρα την ακολούθησε....

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

Οι πρώτες αναμνήσεις.

Όταν ξανά επέστρεψε αντίκρισε τον φάκελο των φωτογραφιών. Τον φάκελο των αναμνήσεων και της ζωής της. Ήταν αυτό που έδενε τα μονοπάτια της ζωής της. Κάτι λιγοστές ξεθωριασμένες φωτογραφίες.
Ο νους γύρισε σε εκείνο το βουβό πρωινό που έφευγε για να σπουδάσει. Ήρθε στο νου και όχι τυπωμένη στο χαρτί η φωτογραφία της μάνας, να στέκει πίσω από το λεωφορείο μέσα στην σκόνη με το χέρι να γνέφει αργά πέρα δώθε. Ήξερε ότι τότε ξεκινούσε το ταξίδι της ζωής και για τις δύο. Για την μάνα γραφόταν το κεφάλαιο της συνέχισης μια ζωής με καλύτερους όρους. Για την ίδια ξεκινούσε το κεφάλαιο της δημιουργίας και της ευτυχίας που από μικρό κοριτσάκι αποζητούσε.
Στο μάγουλο χαράχτηκε ένα δάκρυ αναμνήσεων. Όχι δεν ήταν δάκρυ λύπης. Ένιωσε πάλι σχολιαρόπαιδο που ξεκινάει για την νέα ζωή της έφηβης.
Έφτασε στην Αθήνα και αφού ρώτησε δεξιά και αριστερά κατόρθωσε να βρει το σπίτι της κυρα –Πολυξένης. Πάνε χρόνια που είχαν μετακομίσει στην Αθήνα καθώς ο άντρας της ο κυρ-νωματάρχης είχε πάρει προαγωγή και μετάθεση στην πρωτεύουσα. Το σπιτάκι τους ήταν μέσα σε μια αυλή από εκείνες που έσμιγαν τους ανθρώπους σε μια οικογένεια. Της είχαν τηλεγραφήσει ότι θα πηγαινε στην Αθήνα για σπουδές και εκείνη φρόντισε να της ετοιμάσει μια κάμαρη για να μείνει. Όχι τίποτα ιδιαίτερο. Μια μικρή κάμαρη που παλιότερα την χρησιμοποιούσαν για αποθήκη, αλλά προκειμένου να βοηθήσει την Χριστίνα την καθάρισε την ασβέστωσε έβαλε μέσα ένα κρεβάτι ένα κομοδίνο και το διακόσμησε με τις παλιές κουρελούδες της προίκας της.
Η Χριστίνα το βρήκε υπέροχο. Από την πρώτη μέρα το αγάπησε εκείνο το μικρό δωματιάκι. Ήξερε ότι αυτό θα ήταν η συντροφιά της για το επόμενο διάστημα. Από εκεί θα ξεκινούσε την ζωής της. Μια ζωή που την ονειρευόταν με όμορφα χρώματα όπως κάθε έφηβος. Ήθελε να σπουδάσει και να μπορέσει στην συνέχεια να δουλέψει. Το όνειρο της ήταν να καταφέρει να γίνει δασκάλα. Να μαθαίνει στα παιδιά τα γράμματα που ήταν απαραίτητο εφόδιο για μια καλύτερη ζωή. Τα αγαπούσε τα παιδιά. Ονειρευόταν ότι θα έρθει η μέρα που θα έχει πολλά παιδιά δικά της. Να γινόταν η μητέρα και η δασκάλα τους.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

Ο γυρισμός στην πρώτη φυγή...

...η πανσιόν της κυρα-Ξένιας λειτουργούσε σε δυο ορόφους ενός πέτρινου σπιτιού.Αριθμούσε με βία 5 δωμάτια στον επάνω όροφο μια τούρκικη τουαλέτα κιένα καμαράκι με οξυγονοκολλημένο έναν κάλυκα απο ποτιστήρι στον σωλήνα της ύδρευσης.Ενα χτισμένο με τούβλα τετράγωνο βαμμένο με άσπρη λαδομπογιά εκτελούσε χρέη μιας αυτοσχέδιας ντουζιέρας,αλλά ήταν όλα πεντακάθαρα και μύριζαν χλωρίνη και άσπρο σαπούνι.
Το δωμάτιο ήταν μικρό.Το κρεβάτι ξύλινο,βογγούσε κάτω απο τα χιλιάδες στρώματα βερνικιού που είχε πάνω του,αλλά τα άσπρα υφαντά σεντόνια έστελναν γαλάζιες ανταύγειες από το λουλάκι του πλυσίματος που ενώνονταν ξεδιάντροπα με τις μαβιές ανταύγειες του Γεναριάτικου δειλινού.
Ενα τραπέζι,δύο καρέκλες και το τζάκι με στιβαγμένα τα κούτσουρα δίπλα του.Οι διπλωμένες φλοκάτες πάνω στο κρεβάτι κι εκείνη η μικρή πόρτα που έβγαζε στο μπαλκονάκι που αγνάντευε τον κάμπο με τα σπαρτά-τώρα μόνο την μαύρη γη που κοιμόταν έβλεπε-πόσο καλά την ήξερε αυτή την γη η Χριστίνα σαν πήγαινε το φαγητό στην μάνα,μεσα στην κάψα του καλοκαιριού....δεμένο σταυρωτά με την καρώ πετσέτα.
Τυλιγμένη ακόμα στην γούνα της ακούμπησε το μέτωπο της στο κρύο τζάμι.Το ζέστανε με την αναπνοή της κι άρχισε μηχανικά να γράφει πάνω του,όπως έκανε όταν ήταν παιδάκι,όταν δεν είχε παιγνίδια και κούκλες να παίξει και ζωγράφιζε αγγέλους πάνω στα παγωμένα τζάμια της κάμαρης της και μετά σταύρωνε τα χεράκια της σε βουβές ικεσίες και προσευχές κάνοντας ευχές στους αγγέλους να γυρίσει πίσω ο πατερούλης της.
-Μανταμ Κρις...
Αλαφιασμένη στράφηκε καθώς το χέρι της έσβηνε τις καρικατούρες στο τζάμι,
-Τι πάθατε?σας τρόμαξα?
-Οχι Πιέρο.Προσπαθώ να συνηθίσω τις αλλαγές.
-Μανταμ προτείνω να σας πάω σ'ενα ξενοδοχείο στην πόλη, εδώ δεν έχει πολλές ανέσεις.
Του χαμογέλασε κι η πίκρα έσταξε απο τα καστανά της μάτια.Κύλισε στα ξύλινα σανίδια και κρύφτηκε σε μια ρωγμή,φαγωμένη απο το σαράκι του καιρού."εδώ θα είμαι"την άκουσε να ψιθυρίζει.Εδώ θα είμαι για σένα....
-Οχι Πιέρο.Μην ξεχνάς πως εδώ γεννήθηκα,εδώ μεγάλωσα,ξέρω απο κακουχίες,μπόρες,καταιγίδες και δύσκολους καιρούς.Ξέχασες πως γνωριστήκαμε παλιέ μου φίλε?Μεσα στην θύελλα.
Πήγε κοντά του και πήρε την βαλίτσα της.Απλωσε το όμορφο χλωμό της χέρι,που οι πανάδες άρχισαν να προδίδουν την ηλικία του και χάιδεψε την ασημένια πινελιά στα σγουρά μαύρα του μαλλιά.
-Αναψε σε παρακαλώ τώρα το τζάκι,κρυώνω εδώ Πιέρο.Μεγαλώσαμε καλέ μου φίλε.Στην αποικία δεν κρυώναμε,μόνο πεινούσαμε.
-Ναι μανταμ-ψιθύρισε ο νεαρός μαύρος άνδρας-πεινούσαμε,μόνο πεινούσαμε....
...εφυγε κλείνοντας μαλακά πίσω του την πόρτα.

Μεχρι να τακτοποιήσει τα λιγοστά της ρούχα,η κυρα-Ξένια της φώναξε απο τον διάδρομο.
-Γέμισα τον καυστήρα με καυσόξυλα σε 10 λεπτά το νερό θα καίει για να πας να πλυθείς.Κιέχω ρεβυθόσουπα και κρασάτο κοκόρι με φρέσκο ζυμωτό ψωμί αν πεινάτε.
Την ευχαρίστησε καθώς ξεντυνόταν.Φόρεσε το αγαπημένο της φθαρμένο τζιν και μια άσπρη ανκορά μπλούζα.Τράβηξε το βερνικωμένο τραπέζι δίπλα στο τζάκι κι'άνοιξε το σακ-βουαγιαζ.Εβγαλε με σιωπηλή ηρεμία και κατάνυξη τα ντοσιέ της και τα τοποθέτησε με ευλάβια το ένα πάνω στο άλλο.Οταν τελείωσε άναψε ένα απο τα λεπτά τσιγάρα και μίλησε στον εαυτό της.
-Το χρωστάω σε όλους μας,καιρός να αρχίσω να δένω τα νήματα.
Ανοιξε τον φάκελλο με τις φωτογραφίες και βάλθηκε να τις ταξινομήσει κατά χρονολογία.
Σταμάτησε και αφέθηκε να κοιτάει τις φλόγες στο τζάκι κι όχι την άχρωμη ξεθωριασμένη εικόνα.Αυτή ήταν μόνιμα στο μυαλό της.Η Μαρία και ο Αργύρης κάτω απο τα στέφανα.Η μάνα και ο πατέρας της.
-Αχ μάνα μου,μανούλα μου βασανισμένη.Αραγε ποιός σ'αγάπησε πραγματικά περισσότερο?Ο Αργύρης ή........
Χάιδεψε το ξεθωριασμένο χαρτί έκλεισε τα ντοσιέ της και κατέβηκε στην τραπεζαρία της κυρα-Ξένιας για να δειπνήσει μαζί με τον Πιέρο....

...Και τώρα μόνη....

....Και τώρα πάλι μόνη!σκέφτεται.Αλλά πάντα μόνη δεν ήμουν?

Ρίχνει μια ματιά τριγύρω και τα τελευταία πέταλα απο το τριαντάφυλλο που φυλλορρόησε μέσα απο τα δαχτυλά της έπεσε στο νιόσκαφτο χώμα.
Το χωριό λίγο άλλαξε και οι τάφοι έχουν πάντα τα καντήλια και τα νεκρόκερα αναμμένα.
Πριν φορέσει τα γάντια της απο δέρμα αντιλόπης ανατριχιάζει στόν Γενναριάτικο βουνίσιο αγέρα της Μακεδονίας.Αγκαλιάζει τα πέτα της γούνας απο τσιντσιλά και τα ακουμπάει στα μάγουλα της.Κλείνει τα μάτια χαιδεύοντας το τομάρι του νεκρού ζώου,ενώ τυλίγεται με την ζεστασιά του.Μέχρι να ανοίξει την μεταξωτή τσάντα και να ανάψει το λεπτό γαλλικό τσιγάρο με τον χρυσό αναπτήρα της κάθησε ανακούρκουδα στο νοτισμένο χώμα και άρχισε να μετράει τις σταγόνες από τα δάκρυα μαζί με τις σταγόνες της βροχής που άρχισαν να κυλάνε παρέα.
>>Εδώ γεννήθηκα,εδώ μεγάλωσα,εδώ έκλαψα την ορφάνια μου,εδώ αποχαιρέτησα την μάνα μου, εδώ έπλασα τα όνειρα μου εδώ....εδώ πήρα το πρώτο φιλί απο τον Θάνο.Λίγο πιο πέρα απο τους τάφους,στο εκκλησακι του Αη-Γιώργη,ανήμερα των ψυχών,οταν η μάνα μου έφερνε το πρόσφορο και το κόλλυβο που έκανε απο βραδύς τα ψυχοσάββατα,κλαίγοντας και καταριώντας τον Αργύρη που σκοτώθηκε και την άφησε μόνη με το ορφανό και δεν ήξερε τι να κάνει.Κι ήταν άλλες φορές που του πήγαινε μουστοκούλουρα στο μνήμα(ο τάφος ηταν εικονικός,Ενα γράμμα μόνο πήρε η μανα μου πως ο Αργύρης της ΠΕΘΑΝΕ ΣΤΟ ΑΛΒΑΝΙΌ ΜΕΤΩΠΟ .Πήγαινε τα κουλούρια και τα πότιζε με ρακί και τα έθαβε στο χώμα μαζι με ζουμπούλια και μαργαρίτες και έκανε τάματα και προσευχές να της μιλήσει ο Αργύρης και να της πει τι να κάνει με το Χριστινιώ.

Οταν η κυρά-Μαρία σήκωσε τα μανίκια κι έγινε πατέρας και μάνα μαζί,ετσι ζήτησε ο Αργύρης να κάνω,είπε,όλοι στο χωριό είπαν πως η χήρα τρελλάθηκε απο την συμφορά της και την φτώχεια.Εκείνη έκανε πως δεν άκουγε.Ξεμανικώθηκε και πήρε αμπάριζα τα χωράφια.Οι αφεντάδες γέλαγαν στην αρχή μαζί της.Μετά αναγνώρισαν την εργατικότητα, την επιμονή της και τις γνώσεις της υπαίθρου και την έκαναν συμβουλάτορα για την καλλιέργεια της γης.Κάποιοι απο τους κολίγους την μίσησαν......Την μίσησαν!
Ναι....αναστεναξε η Χριστίνα και σηκώθηκε απο το υγρό χώμα.
Αλλά και την αγάπησαν....οπως ο δήμαρχος,ο Νώντας που την αγαπούσε απο τα μικράτα του.Αλλά οι φατρίες τότε χωρίζονταν.......
Η Χριστίνα απλωσε το γαντοφορεμένο της χέρι και άγγιξε το υγρο χώμα του τάφου.
Σηκώθηκε και έψαξε στην τσάντα τα λεπτά Γαλλικά τσιγάρα.Καθώς το άναψε και τράβηξε ηδονικά την πρώτη ρουφηξιά,κίνησε για το μαύρο αυτοκίνητο που την περίμενε.
Ο Οδηγός της άνοιξε την πόρτα.Την κοιταξε χωρίς να ρωτήσει τίποτα.
-Θα πάμε στην κωμόπολη Πιέρο-είπε-Θα μείνω μάλλον αρκετό καιρό στο χωριό μου.Εχω σελίδες που πρέπει να κλείσουν και άλλες που πρέπει να ανοίξουν.
Ναι μαντάμ ειπε ο Πιέρο.
Εκλεισε την πίσω πόρτα και πήρε κατεύθυνση για την κωμόπολη.
Την κοίταξε μέσα απο τον καθρέφτη
Η μαντάμ Κρις ήταν ανέκφραστη,αλλά ο Πιέρο την ήξερε εδώ και πολλά χρόνια.
Ενα δάκρυ μεγάλο σαν διαμάντι έλαμπε στον καθρέφτη.....

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2007

Αποχαιρετισμός

Είναι η τελευταία μέρα που η Χριστίνα μένει μαζί της,
αύριο θα φύγει για την πρωτεύουσα.
Στην ψυχή της μάνας μιά λύπη, ένας πόνος, μια χαρά, μια ανακούφιση
όλα τα συναισθήματα έχουν ανακατωθεί..
Η μέρα αποχαιρετά την Χριστίνα με τον καλύτερο τρόπο
Οι ακτίνες του ήλιου αποχωρίζονται την ημέρα χαϊδεύοντας απαλά τα φύλλα των δέντρων που αργοσαλεύουν στα κλαδιά από το ελαφρύ φύσημα του ανέμου.Τα πουλιά γυρνούν στις φωλιές τους να κουρνιάξουν για το βραδινό τους ύπνο.
Το σούρουπο πέφτει.
Η κυρά Μαρία απόψε θα ξαγρυπνήσει πάνω από το προσκεφάλι της Χριστίνας,χαϊδεύοντας απαλά με το χέρι της τα μαλλιά της και ψιθυρίζοντας, ένα νανούρισμα που της έλεγε όταν ήταν μικρή.
''Κοιμήσου και παράγγειλα στην πόλη τα προικιά σου.
Στο Γαλατά τα ρούχα σου και τα διαμαντικά σου.
Κοιμήσου σύ κορίτσι μου,κι η μοίρα σου δουλεύει
και το καλό σου ριζικό σου κουβαλεί και φέρνει''

Η ώρα είναι επτά παρά είκοσι.Οι ακτίνες του ήλιου φωτίζουν αδύναμες την βαριά μέρα. Λίγα σύννεφα κινούνται αργά.Δεν είναι μαύρα και βαριά σαν τα σύννεφα του Χειμώνα που τα κυνηγά ο άνεμος και είναι έτοιμα να γίνουν βροχή και να φωτιστούν από τις αστραπές.
Είναι άσπρα σαν τον αφρό που αφήνουν τα παιχνιδιάρικα κύματα,σαν αρνάκια που κάνουν την βόλτα τους στο άπειρο κυνηγώντας την ελπίδα.

Το πρωινό δύσκολο και σκοτεινό

-''Ελα σήκω είναι ώρα να φύγεις.Θα χάσεις το λεωφορείο''.
Η κυρά Μαρία έχει ετοιμάσει σε μία καρό πετσέτα,που την φύλαγε στό μπαούλο της, σαν μονάκριβο φυλακτό απο την δικιά της μάνα.
Της την είχε δώσει την πρώτη μέρα που πήγε μικρό παιδί στό χωράφι,

εκεί της έβαλε ένα κομμάτι ζυμωτό ψωμί, λίγες πράσινες ελιές και το λιγοστό τυρι που είχε.
-"Θα τα χρειαστείς κόρη μου για την διαδρομή"
Στο ρυτιδιασμένο πρόσωπο της κυρά Μαρίας είναι απλωμένο ένα χαμόγελο, μα στις άκρες των ματιών έχει κρεμαστεί ένα δάκρυ που την κάνει να υποφέρει και προσπαθεί να το κρατήσει για να μην κυλήσει!
Μπορεί να θέλει να φύγει το Χριστινάκι της,για μιά καλύτερη ζωή,
αλλά λυπάται που θα μείνει μόνη της χωρίς παρηγοριά.

Αλλά προέχει ο σκοπός που έχει βάλει στο μυαλό της, να μορφώσει την κόρη της.
Το κορίτσι φιλά και αγκαλιάζει την μάνα της,

πέρνει την ευχή της και ανεβαίνει με σκυφτό το κεφάλι τα σκαλιά του παλιού λεωφορείου. Βρίσκει μία θέση στο πίσω μέρος και κάθεται δίπλα σ'ενα κύριο ηλικιωμένο με τραγιάσκα και μουστάκι.
Η μηχανή του λεωφορείου παίρνει μπρος κάνοντας παράξενους θορύβους λές και θα κοπεί στα δυό

το βλέμμα της πέφτει στον οδηγό που κοιτάει απο τον καθρέφτη χαμογελώντας με σαρκασμό...
Με τρομαγμένο βλέμα ψάχνει να βρεί την μάνα της.
Γυρνά το κεφάλι της πρός τα πίσω.

Ανασηκώνεται λίγο από την θέση της και το δέματάκι της με το κολατσιό πέφτει από τα πόδια της.Σημασία δε δίνει.

Καθώς το λεωφορείο ξεκινάει μέσα απο΄ένα σύννεφο καφέ σκόνης βλέπει μια μορφή ντυμένη στα μαύρα και ένα χέρι να κουνιέται δεξιά και αριστερά

σαν να λέει στο καλό... στο καλό... να προσέχεις!!!


Η μάνα μου η εικόνα στα μάτια της ψυχής μου με αποχαιρετά.
Κάτι έσπασε μέσα μου

πόνεσα, έκλαψα σιωπηλά και δεν μίλησα.
Άχνα... δεν βγήκε!
Η καρδιά μου ράγισε. Κάτι άφηνα πίσω μου.
ήταν συντροφιά μου, η παρηγοριά μου, το στηριγμά μου.
ο μονος άνθρωπος που είχα στην ζωή... η μάνα μου!
Άφηνα μιά ζωή,που όσο σκληρή δύσκολη και να ήταν
τόσο ταπεινή και ωραία ήταν κοντά της!
Πρέπει να αποδείξω σ'αυτή την χιλιοπονεμένη γυναίκα ότι είμαι αυτό που πιστεύει και που θέλει για την κόρη της.
Το κεφάλι μου ξανά κάνει στροφή πρός τα πίσω για τελευταία φορά.
Το λεωφορείο απομακρύνθηκε πήρε την στροφή στήν άκρη του χωριού και έτσι έχασα από τον ορίζοντα την μαυροφορεμένη φιγούρα.
Και τώρα μόνη...!!
Η κυρά Μαρία, θαυμάζοντας την κόρη της φοιτήτρια στην Ακαδημία, πολλές φορές σκεφτόταν πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα, αν ο άντρας της δε σκοτωνόταν. Κάποιες φορές την έπιανε το παράπονο, γιατί όλη της η ζωή είχε κατα κάποιο τρόπο χαθεί, αλλά βλέποντας την κόρη της να είναι η επένδυση που θα της ξεπλήρωνε τόσα χρόνια κούρασης με τη δική της ευτυχία, χαιρόταν. Ήθελε και έπρεπε να πάρει τα λεφτά από τον Δήμαρχο, αλλά μια κρυφή υπερηφάνια, δε την άφηνε. Λες και ήθελε να αποδείξει ότι ήταν άξια, ότι δεν είχε ανάγκη βοήθειας. Την ώρα που ο καυτός ήλιος σκάλιζε με τις ακτίνες το ήδη ρυτιδιασμένο, παρά τα λίγα χρόνια της, πρόσωπό της, δεν είχε το περιθώριο να αφήσει αυτές τις ανόητες σκέψεις να εμποδίζουν την δουλειά της. Το χώμα ήταν σκληρό και τα βόδια νηστικά και δυσκολεύοταν να οργώσουν το χώμα. Κάθε στιγμή ευτυχίας όμως που προσέφερε στην κόρη τη,ς ήταν και μια ανάσα επιπλέον. Ξεκουραζόταν με τη σκέψη, χαιρόταν και όταν το βράδυ γύρναγε σπίτι κουρασμένη και βρώμικη, η ιδέα ότι μπόρεσε και το κατάφερε μόνη της, της έδινε τεράστια χαρά. Άξιζε κάθε σταγόνα ιδρώτα που είχε χύσει γι' αυτό το σκοπό, κάθε τραύμα της ήτανε και ένα γιατρικό στη ζωή της κόρης της.
Πλησίαζε χειμώνας. Έπρεπε να προγραμματίσει, η μικρή είχε ανάγκες για τις σπουδές της.

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2007

Τα πρώτα χαμόγελα.

Η κυρά Μαρία έγινε άντρας και γυναίκα μαζί, μάνα και πατέρας για την Χριστίνα. Προσπαθούσε να ξεκουράζει απο τις δουλειές την κόρη της και να αφοσιώνεται στα διαβάσματα για το σχολείο της. Ήταν έξυπνη και τσαούσα γυναίκα. Ήξερε οτι το όνειρο της καλύτερης ζωής για την κόρη της περνούσε μέσα απο τα σχολεία και τα γράμματα. Έπρεπε να καταφέρει να την σπουδάσει για να μπορέσει να ξεφύγει απο την σκληρή αγροτική ζωή του χωριού. Καθότανε το βράδυ μετά απο την κοπιαστική μέρα για να διαβάζει και να ελέγχει την κόρη της. Την παρότρυνε πάντα να προσπαθεί παραπάνω απο όλα τα υπόλοιπα παιδιά. Πολλές φορές γινότανε ακόμα και σκληρή απέναντι της, όταν την έβαζε να διαβάζει την ώρα που τα υπόλοιπα παιδιά παίζανε στην πλατεία του χωριού. Τα λιγοστά χρήματα που περισσεύανε τα διέθετε όλα για τα βιβλία της μικρής.
Και τα κατάφερε. Η χαρά της ήταν απερίγραπτη όταν έμαθε πως η κόρη της θα συνέχιζε στην ακαδημία. Θα γινότανε δασκάλα. Το βράδυ που το έμαθε έμεινε ξάγρυπνη να κλαίει και να μονολογεί έχοντας στα χέρια μια ξεθωριασμένη φωτογραφία του άντρα της. Τότε ήταν όμως που κατάλαβε και το βαρύ φορτίο που θα την περίμενε. Που θα έπρεπε να στερηθεί ακόμα και την ελάχιστη βοήθεια που είχε απο την Χριστίνα καθώς αυτή θα έπρεπε να πάει στην πρωτεύουσα για να σπουδάσει. Θα έπρεπε κάθε μήνα να μπορεί να της στέλνει χρήματα ωστε η Χριστίνα να είναι αφοσιομένη στα διαβάσματα της.
Την άλλη μέρα πρωί πρωί πήγε και νοίκιασε λίγα στρέματα γής ακόμα για να μπορέσει να μεγαλώσει το εισόδημα της. Εν συνεχεία πήγε στην κωμόπολη που βρισκόταν σε κοντινή απόσταση και αγόρασε δύο φορέματα και μερικές αλλαξιές ακόμα για την κόρη της. Τα παλιά και χειλιομπαλωμένα φορέματα που φορούσε μέχρι τώρα δεν μπορούσε να τα έχει και στην πρωτεύουσα. Δεν ήθελε να αισθάνεται η κόρη της μειονεκτικά και άβολα με τα υπόλοιπα κορίτσια. Ήταν περήφανος άνθρωπος η κυρά Μαρία, ποτέ δεν προσπάθησε να εκμεταλλευτεί την μοναξιά της και ούτε δέχτηκε κάτι που δεν άξιζε, έτσι απο λύπηση.
Μια φορά ο πρόεδρος προσπάθησε να της δώσει κάποια μικρή βοήθεια απο χρήματα της κοινότητας και όταν εκείνη κατάλαβα οτι της έδωσε παραπάνω χρήματα που δεν δικαιούταν τα γύρισε πίσω λέγοντας στον πρόεδρο να τα δώσει σε κάποιον άλλο που τα είχε περισσότερο ανάγκη απο εκείνη.

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2007

Δύσκολα χρόνια

Η μικρή Χριστίνα ζούσε σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της ελληνικής υπαίθρου.
Η ζωή είχε αρχίσει να ξαναβρίσκει καλύτερους ρυθμούς. Η περίοδος του εμφυλίου πολέμου μόλις είχε λήξει. Ο χρόνος περνούσε δύσκολα για όλους. Αγωνίζονταν καθημερινά στα ερημωμένα χωράφια τους να αποκομίσουν τα απαραίτητα για την επιβίωση τους. Ήταν δύσκολα εκείνα τα χρόνια. Η καλλιέργεια κυρίως των σιτηρών απαιτούσε μεγάλη χειρωνακτική προσπάθεια. Το να καταφέρεις να οργώσεις το σκληρό χώμα προϋπόθετε μεγάλη δύναμη και σίγουρα καλό φαγητό. Φαγητό όμως που ήταν σπάνιο και περιορισμένο. Έπρεπε πρώτα να βρεθεί η τροφή για τα ζώα που ήταν τα απαραίτητα για την καλλιέργεια της γης. Τα βόδια ήταν αυτά που θα έτρωγαν πρώτα για να έχουν την δύναμη να σύρουν το άροτρο.
Δυστυχώς το λιπόσαρκο κορίτσι, στην ηλικία των 12 χρόνων είχε προλάβει να αντικρίσει το σκληρό πρόσωπο της μοίρας. Η μοιραία χειροβομβίδα κάποια νυχτιά του σκληρού χειμώνα του 1941 της είχε στερήσει των πατέρα της. Όταν όλοι ζητωκραύγαζαν και χαίρονταν τις νίκες του Ελληνικού στρατού στο περήφανο έπος του 1940 εκείνη μάθαινε το κακό μαντάτο. Η τρυφερή ηλικία των έξι χρόνων δεν την άφησε να συνειδητοποιήσει γρήγορα την κακή μοίρα της. Όλοι οι πατεράδες τότε ήταν μακριά. Θα το καταλάβαινε όταν άρχισαν να επιστρέφουν όλοι και εκείνη περίμενε μάταια να επιστρέψει.
Η μάνα της μετά από εκείνη την νυχτιά είχε σκληρύνει. Το χαμόγελο είχε πετρώσει στα χείλη της . Πείσμωσε όμως. Η κυρά Μαρία ένιωσε την ευθύνη έσφιξε τα δόντια και έβαλε στόχο να κάνει τα πάντα για να δώσει στην κόρη της όσα της στερούσε η ζωή με την έλλειψη του πατέρα της.

ο έρωτας...


Ανοίγω τα μάτια της καρδιάς σας και
κινούμαι σαν κάθε αόρατο φως και προς κάθε πλάσμα ζωντανό!
Σε εκείνους που το επιθυμούν αποκαλύπτομαι,
υπάρχω πριν από αυτούς και συνήθως και μετά από αυτούς!
Είμαι αόρατος όπου θέλω και έχω γνώσεις για πολλά στην φύση!
Μπορώ να μεταμορφωθώ και να μαγέψω τον καθένα!
Σε όποιον με προστατέψει και με πιστέψει είμαι κοντά του,
γίνομαι το φώς του και η φωνή του…
ανασταίνω τις ζωές που θα αισθανθούν μέσα τους την ζεστασιά μου
φλόγες και σπίθες πετούν τα μάτια όταν από εμένα φλέγονται…
τρυπάω καρδιές με τα βέλη μου χωρίς να σκεφτώ
αν είναι μικρό κορίτσι, μάνα ή πατέρας
παίζω μαζί σας και γελώ
και βάσανα δημιουργώ…
*
έτσι θα σας διηγηθώ την ιστορία της όμορφης Χριστίνας που ζούσε με την μητέρα της
μια φτωχή χήρα στο φτωχικό σπιτάκι τους
στα προάστια της μικρής πόλης που πίστεψε σ’εμένα και άλλαξα την ζωή της!
Μα ας τα πάρουμε από την αρχή…

(συνεχίζετε…)

Έκανα μια αρχή για την πρώτη ιστορία μας
η σκυτάλη περιμένει το επόμενο συνταξιδιώτη!


Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2007

Καλή αρχή

Κάλεσα κάποια άτομα να συμμετέχουν σε αυτό το ιστολόγιο και θέλω πριν προχωρήσουμε να θέσουμε όλοι μας κάποιους κανόνες ώστε να πάμε όσο το δυνατόν μακρύτερα.
1. Πρώτα θέλω να ζητήσω να σεβόμαστε ο ένας τον άλλον
2. Μην ξεχνάτε οτι είμαστε ελεύθεροι να γράφουμε ότι θέλουμε αρκεί να μην στρέφεται εναντίον κάποιου άλλου
3. Το χιούμορ είναι ευπρόσδεκτο και επιθυμητό αρκεί να είναι καλοπροαίρετο.
4. Η ειρωνία δεν νομίζω πως έχει θέση εδώ
5. Ας διαφυλάξουμε όλοι μας την ομορφιά αυτού του χώρου.


Ας κάνουμε την προσπάθεια και ίσως να μας αρέσει.
Σας ευχαριστώ.
Όποιος επιθυμεί να συμμετέχει πέρα απο αυτούς που πρωτοεγγράφονται εδώ θα ζητήται η συγκατάθεση και απο τους υπόλοιπους συγγραφείς του μπλόγκ.
Εξαίρεση υπάρχει για τον άσκαρ και την ψυχούλα που δεν γνωρίζω τα μέϊλ τους.